Η επιλογή της τΤε να παρουσιάζει σχεδόν κάθε εναλλακτική πρόταση ως παράγοντα αποσταθεροποίησης και να χαρακτηρίζει προβληματική ακόμη και την επαναφορά του θέματος στον δημόσιο διάλογο, προκαλεί νέα ερωτήματα
Η δημόσια παρέμβαση της Τράπεζας της Ελλάδος για τον αναβαλλόμενο φόρο δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική τοποθέτηση επί ενός σύνθετου τραπεζικού ζητήματος. Είναι μια ευθεία απάντηση στην πρόσφατη πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για ταχύτερη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών, η οποία καταδεικνύει την προσπάθεια του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα να φιμώσει κάθε κριτική.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζεται να αντιμετωπίζει κάθε διαφορετική άποψη ως δυνητική απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η δημόσια κριτική γύρω από ένα ζήτημα με σημαντικές δημοσιονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις είναι ανεπιθύμητη.
Η απάντηση στην πρόταση Τσίπρα
Στην ανακοίνωσή της, η ΤτΕ απορρίπτει την πρόταση για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, σύμφωνα με την οποία από το 2028 οι τράπεζες δεν θα μπορούν πλέον να συμψηφίζουν τα φορολογητέα κέρδη τους με τον αναβαλλόμενο φόρο, διαφορετικά θα επιβάλλεται έκτακτη εισφορά.
Κατά την κεντρική τράπεζα, μια τέτοια αλλαγή θα οδηγούσε τις ελληνικές τράπεζες στη διαγραφή του μη αποσβεσμένου αναβαλλόμενου φόρου από τους ισολογισμούς τους, προκαλώντας σημαντική μείωση των ιδίων κεφαλαίων, κεφαλαιακά ελλείμματα και κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις καταθέσεις και τη δυνατότητα χορήγησης νέων δανείων.
Παράλληλα, η ΤτΕ υποστηρίζει ότι θα πληγεί η επενδυτική εικόνα των τραπεζών και της χώρας, ενώ θα δυσκολευθεί η προσέλκυση νέων επενδυτών.
Ωστόσο, εκείνο που προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι η διαφωνία της ΤτΕ με την πρόταση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να πλαισιώσει συνολικά τη δημόσια συζήτηση.
Στο κλείσιμο της ανακοίνωσης, η κεντρική τράπεζα αφήνει αιχμές ακόμη και για τη διαρκή επαναφορά του θέματος στον δημόσιο διάλογο, σημειώνοντας ότι αυτή «δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά».
Η διατύπωση αυτή μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια απονομιμοποίησης της ίδιας της πολιτικής και δημόσιας συζήτησης γύρω από ένα ζήτημα που αφορά δισεκατομμύρια ευρώ φορολογικών απαιτήσεων και επηρεάζει τόσο τις τράπεζες όσο και τα δημόσια οικονομικά.
Ο αναβαλλόμενος φόρος δημιουργήθηκε μετά τις τεράστιες ζημιές που υπέστησαν οι ελληνικές τράπεζες κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το PSI και τις διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Με βάση το ισχύον καθεστώς, οι ζημιές αυτές συμψηφίζονται σταδιακά με μελλοντικά φορολογητέα κέρδη, ενώ μέρος του αναβαλλόμενου φόρου αναγνωρίζεται και ως εποπτικό κεφάλαιο.
Η συζήτηση για το αν η απόσβεση πρέπει να επιταχυνθεί ή να παραμείνει στο σημερινό χρονοδιάγραμμα είναι κατ' εξοχήν πολιτική και οικονομική επιλογή, πάνω στην οποία είναι εύλογο να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.
Το επιχείρημα της σταθερότητας απέναντι στον δημόσιο διάλογο
Η Τράπεζα της Ελλάδος υπενθυμίζει ότι ήδη από το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εφαρμόζουν επιταχυνόμενη εποπτική απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης διανομής μερίσματος.
Επιμένει επίσης ότι οποιαδήποτε πιο επιθετική αλλαγή θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές αναταράξεις στο τραπεζικό σύστημα.
Ωστόσο, η επιλογή της να παρουσιάζει σχεδόν κάθε εναλλακτική πρόταση ως παράγοντα αποσταθεροποίησης και να χαρακτηρίζει προβληματική ακόμη και την επαναφορά του θέματος στον δημόσιο διάλογο, προκαλεί νέα ερωτήματα για το κατά πόσο μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα οφείλει να συμμετέχει στη δημόσια συζήτηση με τεχνικά επιχειρήματα ή να επιχειρεί να θέτει όρια στο ποιες απόψεις θεωρούνται θεμιτές.
Η ανακοίνωση της ΤτΕ
Με αφορμή τοποθετήσεις στο δημόσιο διάλογο αναφορικά με το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου των ελληνικών τραπεζών, η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ως εποπτική αρχή και με γνώμονα τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, θα ήθελε να διευκρινίσει τα ακόλουθα:
Οι τράπεζες σήμερα δεν έχουν φορολογητέα κέρδη επειδή τα κέρδη τους συμψηφίζονται με τις ζημίες της οικονομικής κρίσης. Με βάση το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η ελληνική νομοθεσία προέβλεψε (το 2014 και στη συνέχεια το 2017) ότι ο αναβαλλόμενος φόρος μπορεί να αποτελεί μέρος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι προμήθειας προς αυτό.
Το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται εποπτικά προέκυψε από τις μεγάλες ζημίες που υπέστησαν οι τράπεζες κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI), και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τις ζημιές αυτές μπορούν, με βάση την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία να εκπίπτουν από τα μελλοντικά τους κέρδη σε βάθος χρόνου. Το συγκεκριμένο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο αποσβένεται σταδιακά κάθε έτος, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας.
Χωρίς τη ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και άρα η επιβάρυνση του Έλληνα φορολογούμενου κατά την περίοδο της κρίσης θα ήταν πολύ υψηλότερη, με αρνητικές συνέπειες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη βιωσιμότητα του χρέους και τη δυνατότητα εξόδου της χώρας από την κρίση. Με απλά λόγια, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εκ νέου επιπλέον κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε την ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο.
Με στόχο την ταχύτερη βελτίωση της ποιότητας των εποπτικών τους κεφαλαίων, από το 2025 οι 4 σημαντικές τράπεζες, εφαρμόζουν, για εποπτικούς σκοπούς, επιταχυνόμενη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου.
Ειδικότερα, διενεργούν πρόσθετη εποπτική προσαρμογή, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια, κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης διανομής μερίσματος στους μετόχους.
Προσφάτως, διατυπώθηκε η πρόταση για περαιτέρω επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν να καταβάλλουν φόρο συντομότερα. Αναφέρθηκε, ότι από το 2028, οι τράπεζες θα πρέπει να μην δύναται να συμψηφίζουν τα φορολογητέα κέρδη τους με τον αναβαλλόμενο φόρο, διαφορετικά θα τους επιβάλλεται έκτακτη εισφορά.
Η πρόταση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εφαρμογής της και τις επιπτώσεις στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Σε περίπτωση σημαντικής επιτάχυνσης της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με τα οριζόμενα στο νόμο χρονοδιαγράμματα, οι Ελληνικές τράπεζες θα οδηγούνταν στη διαγραφή του σχετικού αναπόσβεστου υπολοίπου από τον ισολογισμό τους. Αυτό θα προκαλούσε αντίστοιχη μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων και κατ’ επέκταση σημαντικά εποπτικά κεφαλαιακά ελλείμματα, καθώς δεν θα κάλυπταν πλέον τους απαιτούμενους κεφαλαιακούς δείκτες.
Αυτό θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δηλαδή, για την προστασία των καταθέσεων και τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν δάνεια στην οικονομία.
Η σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών των Ελληνικών τραπεζών θα είχε σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο και στα επενδυτικά χαρακτηριστικά τους, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών (λόγω της διαγραφής του αναβαλλόμενου φόρου), ενώ θα επηρέαζε και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, καθώς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την πιστωτική επέκταση λόγω των κεφαλαιακών ελλείψεων. Η αρνητική επίπτωση θα επεκτεινόταν και πέραν των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς θα επηρεαζόταν η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική εικόνα της χώρας.
Η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά.
Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα την περίοδο μετά το 2015, αποτέλεσε σημαντικό επίτευγμα των κυβερνήσεων, των εποπτικών αρχών και των διοικήσεων των τραπεζών.
Η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η πρόταση Τσίπρα για το DTC
Σύμφωνα με όσα έχει παρουσιάσει δημόσια ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ Αλέξης Τσίπρας, η πρότασή του για τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC) των τραπεζών έχει τρεις βασικούς άξονες:
Επιτάχυνση της απόσβεσης του DTC, ώστε να ολοκληρωθεί έως το 2028 αντί για το σημερινό χρονοδιάγραμμα (που οι τράπεζες εκτιμούν ότι θα ολοκληρωθεί περίπου το 2032-2033 μετά την ήδη συμφωνημένη επιτάχυνση).
Επιβολή έκτακτης εισφοράς στα τραπεζικά κέρδη, εάν οι τράπεζες δεν αποδεχθούν αυτή την επιτάχυνση. Χαρακτηριστικά είχε δηλώσει:
«Ή θα ολοκληρώσουν τον αναβαλλόμενο φόρο αντί για το 2035 που σχεδιάζουν το 2028. Ή θα έχουν έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους τέτοια που θα τους κάνει να το ξανασκεφτούν.»
Μεγαλύτερη συνεισφορά των τραπεζών στην οικονομία, υποστηρίζοντας ότι μετά τη στήριξη που έλαβαν τα προηγούμενα χρόνια πρέπει να πληρώνουν νωρίτερα φόρους και να αυξήσουν τη χρηματοδότηση προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
www.bankingnews.κα
Η Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζεται να αντιμετωπίζει κάθε διαφορετική άποψη ως δυνητική απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η δημόσια κριτική γύρω από ένα ζήτημα με σημαντικές δημοσιονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις είναι ανεπιθύμητη.
Η απάντηση στην πρόταση Τσίπρα
Στην ανακοίνωσή της, η ΤτΕ απορρίπτει την πρόταση για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, σύμφωνα με την οποία από το 2028 οι τράπεζες δεν θα μπορούν πλέον να συμψηφίζουν τα φορολογητέα κέρδη τους με τον αναβαλλόμενο φόρο, διαφορετικά θα επιβάλλεται έκτακτη εισφορά.
Κατά την κεντρική τράπεζα, μια τέτοια αλλαγή θα οδηγούσε τις ελληνικές τράπεζες στη διαγραφή του μη αποσβεσμένου αναβαλλόμενου φόρου από τους ισολογισμούς τους, προκαλώντας σημαντική μείωση των ιδίων κεφαλαίων, κεφαλαιακά ελλείμματα και κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις καταθέσεις και τη δυνατότητα χορήγησης νέων δανείων.
Παράλληλα, η ΤτΕ υποστηρίζει ότι θα πληγεί η επενδυτική εικόνα των τραπεζών και της χώρας, ενώ θα δυσκολευθεί η προσέλκυση νέων επενδυτών.
Ωστόσο, εκείνο που προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι η διαφωνία της ΤτΕ με την πρόταση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να πλαισιώσει συνολικά τη δημόσια συζήτηση.
Στο κλείσιμο της ανακοίνωσης, η κεντρική τράπεζα αφήνει αιχμές ακόμη και για τη διαρκή επαναφορά του θέματος στον δημόσιο διάλογο, σημειώνοντας ότι αυτή «δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά».
Η διατύπωση αυτή μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια απονομιμοποίησης της ίδιας της πολιτικής και δημόσιας συζήτησης γύρω από ένα ζήτημα που αφορά δισεκατομμύρια ευρώ φορολογικών απαιτήσεων και επηρεάζει τόσο τις τράπεζες όσο και τα δημόσια οικονομικά.
Ο αναβαλλόμενος φόρος δημιουργήθηκε μετά τις τεράστιες ζημιές που υπέστησαν οι ελληνικές τράπεζες κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το PSI και τις διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Με βάση το ισχύον καθεστώς, οι ζημιές αυτές συμψηφίζονται σταδιακά με μελλοντικά φορολογητέα κέρδη, ενώ μέρος του αναβαλλόμενου φόρου αναγνωρίζεται και ως εποπτικό κεφάλαιο.
Η συζήτηση για το αν η απόσβεση πρέπει να επιταχυνθεί ή να παραμείνει στο σημερινό χρονοδιάγραμμα είναι κατ' εξοχήν πολιτική και οικονομική επιλογή, πάνω στην οποία είναι εύλογο να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.
Το επιχείρημα της σταθερότητας απέναντι στον δημόσιο διάλογο
Η Τράπεζα της Ελλάδος υπενθυμίζει ότι ήδη από το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εφαρμόζουν επιταχυνόμενη εποπτική απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης διανομής μερίσματος.
Επιμένει επίσης ότι οποιαδήποτε πιο επιθετική αλλαγή θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές αναταράξεις στο τραπεζικό σύστημα.
Ωστόσο, η επιλογή της να παρουσιάζει σχεδόν κάθε εναλλακτική πρόταση ως παράγοντα αποσταθεροποίησης και να χαρακτηρίζει προβληματική ακόμη και την επαναφορά του θέματος στον δημόσιο διάλογο, προκαλεί νέα ερωτήματα για το κατά πόσο μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα οφείλει να συμμετέχει στη δημόσια συζήτηση με τεχνικά επιχειρήματα ή να επιχειρεί να θέτει όρια στο ποιες απόψεις θεωρούνται θεμιτές.
Η ανακοίνωση της ΤτΕ
Με αφορμή τοποθετήσεις στο δημόσιο διάλογο αναφορικά με το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου των ελληνικών τραπεζών, η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ως εποπτική αρχή και με γνώμονα τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, θα ήθελε να διευκρινίσει τα ακόλουθα:
Οι τράπεζες σήμερα δεν έχουν φορολογητέα κέρδη επειδή τα κέρδη τους συμψηφίζονται με τις ζημίες της οικονομικής κρίσης. Με βάση το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η ελληνική νομοθεσία προέβλεψε (το 2014 και στη συνέχεια το 2017) ότι ο αναβαλλόμενος φόρος μπορεί να αποτελεί μέρος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι προμήθειας προς αυτό.
Το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται εποπτικά προέκυψε από τις μεγάλες ζημίες που υπέστησαν οι τράπεζες κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI), και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τις ζημιές αυτές μπορούν, με βάση την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία να εκπίπτουν από τα μελλοντικά τους κέρδη σε βάθος χρόνου. Το συγκεκριμένο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο αποσβένεται σταδιακά κάθε έτος, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας.
Χωρίς τη ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και άρα η επιβάρυνση του Έλληνα φορολογούμενου κατά την περίοδο της κρίσης θα ήταν πολύ υψηλότερη, με αρνητικές συνέπειες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη βιωσιμότητα του χρέους και τη δυνατότητα εξόδου της χώρας από την κρίση. Με απλά λόγια, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εκ νέου επιπλέον κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε την ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο.
Με στόχο την ταχύτερη βελτίωση της ποιότητας των εποπτικών τους κεφαλαίων, από το 2025 οι 4 σημαντικές τράπεζες, εφαρμόζουν, για εποπτικούς σκοπούς, επιταχυνόμενη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου.
Ειδικότερα, διενεργούν πρόσθετη εποπτική προσαρμογή, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια, κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης διανομής μερίσματος στους μετόχους.
Προσφάτως, διατυπώθηκε η πρόταση για περαιτέρω επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν να καταβάλλουν φόρο συντομότερα. Αναφέρθηκε, ότι από το 2028, οι τράπεζες θα πρέπει να μην δύναται να συμψηφίζουν τα φορολογητέα κέρδη τους με τον αναβαλλόμενο φόρο, διαφορετικά θα τους επιβάλλεται έκτακτη εισφορά.
Η πρόταση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εφαρμογής της και τις επιπτώσεις στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Σε περίπτωση σημαντικής επιτάχυνσης της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με τα οριζόμενα στο νόμο χρονοδιαγράμματα, οι Ελληνικές τράπεζες θα οδηγούνταν στη διαγραφή του σχετικού αναπόσβεστου υπολοίπου από τον ισολογισμό τους. Αυτό θα προκαλούσε αντίστοιχη μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων και κατ’ επέκταση σημαντικά εποπτικά κεφαλαιακά ελλείμματα, καθώς δεν θα κάλυπταν πλέον τους απαιτούμενους κεφαλαιακούς δείκτες.
Αυτό θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δηλαδή, για την προστασία των καταθέσεων και τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν δάνεια στην οικονομία.
Η σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών των Ελληνικών τραπεζών θα είχε σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο και στα επενδυτικά χαρακτηριστικά τους, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών (λόγω της διαγραφής του αναβαλλόμενου φόρου), ενώ θα επηρέαζε και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, καθώς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την πιστωτική επέκταση λόγω των κεφαλαιακών ελλείψεων. Η αρνητική επίπτωση θα επεκτεινόταν και πέραν των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς θα επηρεαζόταν η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική εικόνα της χώρας.
Η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά.
Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα την περίοδο μετά το 2015, αποτέλεσε σημαντικό επίτευγμα των κυβερνήσεων, των εποπτικών αρχών και των διοικήσεων των τραπεζών.
Η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η πρόταση Τσίπρα για το DTC
Σύμφωνα με όσα έχει παρουσιάσει δημόσια ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ Αλέξης Τσίπρας, η πρότασή του για τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC) των τραπεζών έχει τρεις βασικούς άξονες:
Επιτάχυνση της απόσβεσης του DTC, ώστε να ολοκληρωθεί έως το 2028 αντί για το σημερινό χρονοδιάγραμμα (που οι τράπεζες εκτιμούν ότι θα ολοκληρωθεί περίπου το 2032-2033 μετά την ήδη συμφωνημένη επιτάχυνση).
Επιβολή έκτακτης εισφοράς στα τραπεζικά κέρδη, εάν οι τράπεζες δεν αποδεχθούν αυτή την επιτάχυνση. Χαρακτηριστικά είχε δηλώσει:
«Ή θα ολοκληρώσουν τον αναβαλλόμενο φόρο αντί για το 2035 που σχεδιάζουν το 2028. Ή θα έχουν έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους τέτοια που θα τους κάνει να το ξανασκεφτούν.»
Μεγαλύτερη συνεισφορά των τραπεζών στην οικονομία, υποστηρίζοντας ότι μετά τη στήριξη που έλαβαν τα προηγούμενα χρόνια πρέπει να πληρώνουν νωρίτερα φόρους και να αυξήσουν τη χρηματοδότηση προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
www.bankingnews.κα
Σχόλια αναγνωστών